x

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΥΨΙΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΛΛΑ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ


20140325-102213.jpg«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!»…

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

(Αφιερώνεται ¨ευγνωμόνως¨ στα βρικολακιασμένα SS του…Δ’ Ράιχ

και στους…επί εσχάτη προδοσία Ελληνάρχες˙ κουκουλοφόρους)

Οργισμένος βγήκα απ’ το σπίτι μου και τράβηξα με πάταγο την πόρτα

πίσω μου ψελλίζοντας αλαφιασμένος: «Μα…είναι πράγματα αυτά, όταν

κάθε λίγο και λιγάκι σου χτυπάνε την πόρτα τα SS της…Μένγκελε;!»

«Πού, πότε, πώς και γιατί, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ κι εγώ προκαλέσαμε το έλλειμμα, από ποιους πήραμε δανεικά και μας κλέβουν σήμερα το… ψωμί;!

Ουστ, να μου χαθείτε πουλημένα κοράκια με δαύτη την…ελληνικότητα

που κουβαλάτε στο βρόμικο κουφάρι σας!»

Και πες πες τα κουρασμένα μου βήματα μ’ έβγαναν στο πάνω πάρκο

να πάρω καθαρό αέρα. Χρειάζομαι αέρα, πολύ αέρα, για να μη σκάσω

από το κακό μου ψελλίζω κι όλο θυμάμαι και ξαναθυμάμαι κάθε λίγο και

λιγάκι εκείνο το… «χαλεπόν άρχεσθαι…» του σοφού Δημόκριτου που

καιρό τώρα θρονιάζεται συχνά πυκνά την ταραγμένη σκέψη μου!

Και φυσικά είναι δυσβάστακτο φορτίο να σε κυβερνάει ο…χειρότερός

σου κι ελόγου σου να γυρεύεις του κάκου την απάντηση από τ’ απόλυτο

σκοτάδι που σ’ έριξαν ντόπιοι και ξένοι σβαστικοφόροι του Δ’ Ράιχ…

Το δροσερό αεράκι του πάρκου-που νιώθει την οργή μου-φουσκώνει

τα πνευμόνια μου με μπόλικο καθαρό οξυγόνο και κάπως συνέρχομαι.

Μα, να ’ναι στ’ αλήθεια τόσο κατώτεροι από μένα τον έρμο που δεν

είμαι πέρι ένα τόσο δα μονάχα ανθρωπάκι ενού κατώτερου θεού· όλοι

εφτούνοι οι κρυφοδιανοούμενοι, οι Γκαουλάιτερ και οι…τόσο πατριώτες διαφεντευτές μας που διάλεξε η στοά για να σβήσει ολάκερο λαό;!

Να ’χουμε άραγε πιότερη συνείδηση εσύ, εσύ κι εγώ από κείνους τους πολυσπούδαχτους και πολυδιαβασμένους και μάλιστα…λεσχίτες(!) για

να νιώθουμε και ν’ ακούμε το βόγγο της Πατρίδας ελόγου μας οι ταπεινοί

και καταφρονεμένοι, πέρι δαύτοι οι σπουδαίοι· για μην είναι βαρήκουοι;!

Όχι, όχι, ψελλίζουνε πολλές φωνές μέσα μου! Ούτε το ’να, ούτε τ’ άλλο!

…και τότε;! απορώ χαμένος.

«Βαραίνει τη συνείδησή τους το σκουφάκι της προδοσίας!!» καγχάζει

μέσα μου μια γνώριμη γεροντική φωνή!

Α,…έτσι λοιπόν˙ μονολογώ ξεφυλλίζοντας τα κιτάπια του θολωμένου

μυαλού μου γραμμή τη γραμμή, σελίδα τη σελίδα…και ξάφνου φτάνω σε κάποιον παλιό ορισμό του τι παναπεί Έλληνας!

Τα γράμματα πολυκαιρινά και ξεθωριασμένα που μετά βίας συλλαβίζω!

…Έλληνας=ελεύθερος, δίκαιος, λογικός κι ανδρείος…κουνώντας με

απόγνωση το κεφάλι μου ψάχνοντας κάπου εκεί εσένα κι εσένα κι εμένα…

…και τώρα, Νικολάκη, δουλειά˙ λέω σ’ ελόγου μου, χαμογελώντας στο

λειψό φως του πάρκου κι αρχίζω να καταμετράω στα γεροντικά δάχτυλά

μου τι άλλο από…¨Εθνάρχες¨ και…¨Σωτήρες(;!;!)¨ της έρημης Πατρίδας,

μα,…όλοι του κάκου! Μήτε για σημάδι ένας αληθινός από…δαύτους!

…ο ένας μου μυρίζει ο άλλος μου βρομάει κι όλοι κοιτάζουν μονάχα το

πουγγί τους, αλλά για την Πατρίδα έγνοια˙ μήτε τόσο όσο στάζει η ουρά

του γαϊδάρου! Μήτε ένας κόμπος πατριοσύνης κι ούτε χνάρι από δαύτο

που ελόγου μας οι…αποκατινοί ονοματίζουμε «εθνική συνείδηση!».

Καρφωμένοι σ’ αψηλούς θώκους με το φρυγικό σκουφί στο μέρος του

μυαλού και μ’ όλα τα κόμπλεξ του…Μεσσία στο μέρος της καρδιάς-τόσο επίκαιρο στις μέρες μας-ούτε που ξαμώνουν το βλέμμα τους στον άλλο.

Καημένη Πατρίδα…ψιθυρίζω σφουγγίζοντας τα μάτια μου και κουνάω

πάλι τ’ αδειανό μου κεφάλι μήπως με λυπηθεί και βάνει μπροστά!

Μα, πού ’ναι ο δίκαιος, ο ελεύθερος, ο λογικός κι ο ανδρείος Έλληνας

ο πανάξιος ηγέτης που θα γλιτώσει την έρμη Πατρίδα απ’ το πελέκι του ’ξαφανισμού;!

Και πού στα κομμάτια βρεθήκανε όλοι τούτοι οι προδότες˙ για μήπως

πρέπει να γυρέψω…άλλο λαό κι άλλη Πατρίδα! σκούζω τρομάζοντας κι

ελόγου μου απ’ τη φωνή μου την ίδια, την ήσυχη τούτη την ώρα χωμένος

στο ημίφως του έρημου πάρκου!

…απαγκειάζω σε μια σκοτεινή γωνιά ξεφυλλίζοντας τα λίγα σοφά λόγια

που ’χω παρμένα από στερημένα διαβάσματα, μα του κάκου! Πουθενά

ο Πατριώτης! Τούτοι δε χωραίνουν στο νου μου! Ξεχειλίζουν αηδία!

Ένα σατανικό γέλιο βγαίνει απ’ τα χείλη μου ξαφνιάζοντας το χώρο και

την εγνωσμένη σοβαρότητά μου! Σε καλό να μου βγει ψελλίζω ανάμεσα

στα δόντια μου κοιτάζοντας αλαφιασμένος ολοτρόγυρα. …

Έτσι και μ’ ακούσει κανείς˙ πάει κι ο Νικολάκης μας˙ λωλάθηκε!!

Τα δάχτυλά μου τελειώνουν κάποτε και δεν έχω κάμποσα ακόμη για να καταμετρήσω τους Εθνάρχες. Μα, κι εκείνοι ολάκερος συρφετός πού να

τους προκάνω πανάθεμά τους! Μετράω μετράω Εθνάρχες και μετρημό

δεν έχουνε! Σε καλό τους!! Μπερδεύομαι με τόσο πλήθος ¨Σωτήρων¨!

Τα λειψά μου δάχτυλα δε χωραίνουν ολάκερο το σινάφι τους…

…κοίτα να ιδείς, λέω ξεκαρδισμένος σ’ ελόγου μου, πόσους πολλούς ¨Εθνάρχες¨ έχουμε! Κι όλο μετράω και ματαμετράω και δαύτοι τελειωμό

δεν έχουνε λες και μαζώχτηκαν σκουλήκια σε ψοφίμι!!

Σε καλό να μας βγει η μεγάλη μας ατυχία! Τι κρίμα να ’χουμε μονάχα εθνάρχες! Αχ, γιατί να μην έχουμε, θεέ μου, οι έρμοι κι ένα…Έθνος(;!;!).

Δεν μπορώ άλλο! Η φωνή μου πνίγεται στα γέλια. Του κάκου παλεύω

να τους φτύσω! Πού να βρω σάλιο! Μου ’χει τελειώσει προ πολλού!

…μα και τόσοι ¨Εθνάρχες¨ πάλι· πού στο διάβολο ¨εθναρχεύουνε¨(;!),

πόσες φυλές γενήκαμε οι…έλληνες(;!) στριγγιάζει μια φωνή μέσα μου…

— Μπαρμπα-Νικολάκη, μόνος σου μιλάς; κι ελόγου σου εδικός μας

είσαι;! ένα στριγγόφωνο παρέκει με τρομάζει.

Ξαφνιασμένος στρέφω αριστερά μου και να σου ο τρελο-Γιώργης, ο

τρελός του χωριού, ανεβασμένος σε…μια κούνια να κουνιέται του καλού

καιρού γελώντας σαν παιδί!

— Συμπάθα με, τρελο-Γιώργη, δε σ’ αγροίκησα, δε βλέπω πέρα από

τη μύτη μου. Μ’ έχει τυφλώσει η οργή μου με δαύτους τους…αρχομανείς

και τους μίσθαρνους! Μα,…να ξεπουλάνε την Πατρίδα!!

— Ας γενεί κείνο που θέλει ο θεός, Νικολάκη…

— Κι ελόγου σου, τρελο-Γιώργη, τι κάνεις εδώ;

— Τώρα τελευταία έρχουμαι συχνά εδώ πάνω και παρακαλάω το θεό…

— Τι κάνεις;! κάνω κατάπληκτος με δαύτονε τον απροσκύνητο…

— Τονε παρακαλάω να φυλάει σαν τα μάτια του τους ηγέτες μας και

να τους δίνει όλα τα καλά κι όσο για λόγου μου˙ φούρνος μην καπνίσει!

— Είπα κι εγώ˙ ψελλίζω μειδιώντας με το χιούμορ του…τρελού!

— Χα,χα,χαα…ξεκαρδίζεται ο τρελός συνεχίζοντας το κούνημα!

…σε βάρεσε κι ελόγου σου στο κεφάλι, το…μνημό-συνο της Πατρίδας, μπαρμπα-Νικολάκη;! Το πρώτο, το δεύτερο για το τρίτο;! Μη σκιάζεσαι, έρχουνται κι άλλα κι άλλα˙ ακόμα τρισχειρότερα…

Για θαρρείς να ’πε του κάκου ο Θοδωρής τότε στον μεγάλο ξεσηκωμό

του γένους εκείνο το˙ «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους…»;

για ποιους να το ’πε άραγε;! ψελλίζει και κάθεται δίπλα μου!

…για έλα πες μου, μπαρμπα-Νικολάκη, ψεύτισες ποτέ σου, γέλασες

κανείνε, για μην έχεις τίποτα κλεφτικά, παναπεί ¨χορηγίες¨ μίζες, ΜΚΟ…

στο σεντούκι σου, ψελλίζει φέρνοντας το χέρι του ίσα μάτια μου…

— Όχι, όχι,…ξεστομίζω οργισμένος!

— Εμ τότε, πας καλά;! Πώς θενά γενείς, Νικολάκη μου, κι ελόγου σου

ένας σωστός ¨Ευπατρίδης¨ άμα δεν κλέψεις;! Ε, πώς;! Γίνεται; δε γίνεται!

— Δε καταλαβαίνω, τρελο-Γιώργη τι θέλεις να πεις…

— Εμ, αν δεν κλέψεις κι αν δεν ψευτίσεις πώς θενά πείσεις το…σοφό

λαό μας, να σε χρίσει ¨Ευπατρίδη¨, και να σε βάνει στους…ιδιώτες;!

— Τι λες, μωρέ τρελο-Γιώργη!

— …πρώτα τα κλεφτικά κι απέ˙ πετάς στα κοράκια κάνα δυο κοψίδια

από τ’ αποφαγούδια σου˙ παίρνεις συγχωροχάρτι και να σου κι ελόγου

σου ¨Ένας Ευπατρίδης!!¨ Ένας Ιδιώτης!! Δεν ακούς τι γίνεται γύρα σου!

…έτσι κάνουν οι καθωσπρέπει κλέφτες, Νικολάκη μου! Αμέ! Μη χαλάς

τη σειρά, όντας σήμερα πρώτα γίνεται κανείς παλιάνθρωπος και στερνά

¨Άξιος της Πατρίδας¨! Ένας σωστός ¨Ευπατρίδης¨! Ε,…πώς;! Δε βλέπεις

τόσα κοράκια που σέρνουν ανθρώπινες σάρκες στα γαμψά νύχια τους

πώς φτεροκοπάνε γελαστικά και ξεξασπρότερα κι απ’ τον ήλιο;!

…μην είσαι ντιπ μπανταβός! Εμ, άμα δεν ψευτίσεις και δεν κλέψεις τι

να σου παραγράψει το…κράτος δικαίου και πώς να λάβει πρόνοια για

λόγου σου, όντας δεν είσαι…άξιός του;! Ε, πώς;!

— Άσ’ τα, ρε τρελο-Γιώργη, κάνω ’γώ. Μην τα σκαλίζεις πιότερο! Δεν

ξέρεις πως παλεύω καιρούς καιρών τώρα να σιγάσω την οργή μου!

— Έχεις τα δίκια σου, Νικολάκη μου. Τι να ειπείς και τι…ν’ ακούσεις

κι ελόγου σου από ’νανε…

— Μ’ αδικείς, τρελο-Γιώργη! Δε σ’ αποφεύγω και το ξέρεις! Όμως να,

όσο πιότερο το βασανίζω τόσο και πιότερο ζαλίζουμαι, καίει το κεφάλι

μου! Γι’ αυτό σου λέω άσ’ τα το λοιπόν να πάνε στα κομμάτια!

— Κι η Πατρίδα μας στα χέρια τυράννων και δολοφόνων;!

— Ελόγου μας λειψοί και λίγοι, ποιος θενά μας αφουγκραστεί…

— Σαν μιλάς ούλο και κάποιος σ’ αφουγκράζεται, Νικολάκη!

— Μωρέ, ποιος θενά ακούσει εσένα κι ελόγου μου…

— Σ’ αφουγκράζεται ο εαυτός σου! Λίγο το ’χεις εφτούνο!

— Ε, και;! Ποιο το διάφορο;! Μόνος μου τα λέω μόνος μου τ’ ακούγω,…

γι’ αυτό σου λέω˙ άσ’ τα να πάνε! Φασκέλωσέ τα!

— Χάνεις τα θάρρητά σου, Νικολάκη, κι ούτε που λογιέσαι σωστά!

— Και ποιο ’ναι το σωστό, τρελο-Γιώργη;!

— Ότι ζούμε στο χρυσό αιώνα της διαφθοράς χωμένοι στο πιο βαθύ

και σκοτεινό μεσαίωνα της εξαθλίωσης των λαών όλου του κόσμου…

— Και στερνά αλίμονο και τρισαλίμονο σε μας τους αποκατινούς, λέω.

— Για θυμήσου εκείνο το…Όποιος συλλογάται ελεύθερα, συλλογάται

καλά! του εθνομάρτυρα Ρήγα που τόοοσο πολύ τον τιμάμε οι σημερνοί!

— Μα, τρελο-Γιώργη, πουλάνε την Πατρίδα, οι προδότες! Μάλιστα, την Πατρίδα, αγριεύω πιότερο τρομάζοντας το κενό! Κι η Πατρίδα, ξεφωνίζω, σφουγγίζοντας τα μάτια μου, τι ’ναι, μωρέ;! Το χώμα, τα βράχια, το νερό… μοναχά, που τώρα τα μοιράζουνται;! Δεν έχει ανθρώπους τούτη η χώρα;!

Πού ’ναι, μωρέ, ο περήφανος λαός της! Είναι άχρηστοι δαύτοι που μας

¨διαφεντεύουν¨…μα, δεν έχουμε καλύτερους;! Τι τους κουβαλάμε λοιπόν

ζαλίκι στη ράχη μας, για δεν έχει χαράδρες η έρημη Πατρίδα;!

— Εμείς φταίμε!

— Τι;! κάνω γουρλώνοντας τα μάτια μου!

— Εμείς φταίμε!

— Τι θενά πεις με δαύτα, τρελο-Γιώργη;! ξαφνίζουμαι ελόγου μου.

— Ναι, ναι! Εμείς π’ αδιαφορούμε για την Πατρίδα πρώτα και στερνά

για μας τους ιδιανούς!

— Λωλάθηκες, μωρέ τρελο-Γιώργη;! Τι ’ναι φτούνα που ξεστομίζεις κι

ελόγου μου να σ’ ακώ;!

— Αν αξίζαμε, που λες Νικολάκη μου, Δίκιο, Λευτεριά, Δημοκρατία…

θαλά μην τα ’χαμε αποχτημένα;!

— Δε σε καταλαβαίνω…ψελλίζω μουδιασμένα.

— Σε μια χώρα, που μονάχα η εξουσία με τους λακέδες της, καληώρα,

ευημερεί και γελάει, ε, τότε˙ Λευτεριά, Δίκιο, Δημοκρατία…φευγατισμένα!

— Κι ο λαός με τις τόσες ¨θυσίες¨ που θα πιάσουνε τόπο˙ όπως λένε;!

— Ποιες θυσίες, Νικολάκη μου! Αρπαχτές είναι! Δεν τα δίνει ο λαός˙

μας τ’ αρπάζουν το κράτος κι η βία! Τώρα που…μάθανε˙ πάμε ελόγου

μας, για δεν τηράς τι λοβιτούρα που γίνεται από τους…διαλεχτούς μας!

— Με ποιο δικαίωμα αρπάζουν το αίμα του κόσμου οι …νεκρόψυχοι!

— Νικολάκη μου, ο τύραννος παίρνει το δικαίωμα από…μόνος του!!

— Και οι,…πολίτες;!

— Υπήκοοι, Νικολάκη μου, όχι πολίτες! Θαρρείς γενήκαμε πολίτες;!

— Κι εφτούνοι που λέγεις πού ’ναι τοι τώρα να…

— Λουφάζουνε μήπως και χάσουνε την…ανάκαμψη που μας μεράζει

καιρό τώρα τ’ αρχοντολόι μας! Αμ δε˙ που θενά ’χουνε τον καιρό για να σκεφτούνε και την Πατρίδα!

— Τι θεναπείς;! μ’ αξαφνιάζει ο λόγος του!

— Για το κοινωνικό ενδιαφέρον λέω! Πρώτα δασκαλεύει κανείς μας

ελόγου του και στερνά τον άλλο! Με το λαό…κι οι άρχοντες, Νικολάκη!

— Σαν να ’χεις τα δίκια σου, τρελο-Γιώργη, κουνάω το κεφάλι μου.

— Ε, μην τα θέλουμε το λοιπόν ούλα εδικά μας! Διάτες των οξαποδώ

της θείας Μπίλντερμπεργκ στους…Γκαουλάιτερ˙ και τα σκυλιά δεμένα!

Ο τρελο-Γιώργης μαλακώνει τη φωνή του ψιθυρίζοντας σιμά στ’ αφτί

μου, ενώ πασχίζει να παγώσει την οργή μου…

«Ο καθείς μας ένα σκέτο…κουφάρι, μπαρμπα-Νικολάκη, κι ούτε που παλεύουμε να γενούμε Πολίτες! Για μη θαρρείς πως θενά κάνουμε έτσι,

τα Εγώ μας…Εμείς και Πολίτες˙ ξεφωνίζοντας ο ένας τον άλλονε;!

— Τι ’ναι φτούνα που λες, μωρέ τρελέ;!

— Αγνοούμε ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό μας! Ποιος κοπιάζει από

μας να γνωρίσει την αξία του, τα όνειρά του, το χρέος του;!

…ούλοι μας, Νικολάκη, ένα σκορποχώρι! Ρηχά άτομα! Δεν εγενήκαμε πρόσωπα! Και σαν δε γνώσαμε μήτε τον ίδιο τον εαυτό μας μη θαρρείς

ότι θα γνώσουμε και τον άλλονε που τονε κρατάμε τόσο απόμερα…

Μόνο η αυτογνωσία κάνει τον ένα πολλούς και το άτομο πρόσωπο,

παναπεί˙ Πολίτη! Κι εμείς, Νικολάκη, θέλουμε…καρβέλια ακόμη για να

γενούμε Πολίτες! Ε, πώς το λοιπόν να μη…φταίμε;!

— Τι μου λες, μωρέ τρελο-Γιώργη, που φταίω εγώ!

— Δεν είμαστε Πολίτες, Νικολάκη, για δαύτο μη με ξεσυνερίζεται…

Πού ξέρεις· αν ελόγου μου δε ματώνουμαι πιότερο κι από λόγου σου

με…τις κραυγές της Πατρίδας! Για δαύτο μη μου θυμώνεις! Το λοιπόν˙

κι οι δυο αγαπάμε την Ελλάδα! Ε, και;! Αρκούμε θαρρείς για δεν…

…όντας συμμετέχουν τ’ αρχοντολόι μας σε μυστικές λέσχες και στοές,

σημερινά κρεματόρια των λαών, με τ’ αζημίωτο φυσικά, θαρρείς πως οι υπάνθρωποι ηγήτορές μας θενά τολμήσουν ν’ αφουγκραστούνε το λαό

κι όχι τ’ αφεντικά τους για θενά μας σώσει δαύτος που παίρνει εντολές

από την…απάνθρωπη Μπίλντερμπεργκ και τις αδερφές της πίσω από

κλειστές κουρτίνες;!

Μα,…βάνουνε κάποιον να εθναρχέψει αν πρώτα δεν τους δώκει «γην

και ύδωρ»˙ για την επικράτηση ποιος ξέρει τι λογής νέας τάξης, η οποία

θωρεί τον καθένα μας μάζα αδιαμόρφωτη, σβήνοντας έθνη και λαούς;!

— Μα…

— Ο λογικός γυρεύει την αιτία! Τον προδότη, τον κλέφτη τον ξέρουμε;

— Και βέβαια,…κάνω γιομάτος αγανάκτηση!

— Ε, και;! Ο φτωχός δεν πληρώνει πάντα τα κλεφτικά του πλούσιου;!

— Μα, γιατί;! ρωτάω αγριεύοντας το μάτι μου!

— Σοκ και Δέος! Ο νεοφιλελευθερισμός του μακαρίτη του Φρίντμαν με

τα σοφά του θέσφατα! Να ’ναι ¨βλοημένος¨ για το κακό που μας έκαμε…

— Τι ’ναι πάλι τούτο;! Με ξαφνίζεις, τρελο-Γιώργη, ψελλίζω.

— Σκληρή βία στο λαό, εξουθένωση των ¨υπηκόων ¨με φτωχοποίηση,

διάλυση των κοινωνικών δομών, ανηλεή καταστολή κάθε διαμαρτυρίας…

με στόχο την αγόγγυστη υποταγή κι ούλα με τις πράξεις…νομοθετικού

περιεχομένου από τους πουλημένους ¨Σωτήρες¨ μας που καμώνονται

τον πατριώτη για να μεταλλάξουν τον Έλληνα, με όπλο το φόβο και την

άγνοια, σε…προβατοειδή, όπως μας θέλουν τ’ αφεντικά τους!!

— Μα καλά˙ κι οι λαοί;!

— Εκπαιδεύονται με πολλαπλές κρίσεις ν’ αποδεχτούνε πρόθυμα τη

μοίρα τους όσο να ’ρθει εκείνος που θα μας ενώσει σ’ ανίκητη γροθιά…

— Και τούτοι οι…εκλεγμένοι υπερπατριώτες τι διάβολο κάνουνε…

— Παρασταίνουνε τους ηγέτες, λησμονώντας ότι ο…σωστός ηγέτης

υπηρετεί όσο μπορεί την Πατρίδα του, ποτέ δεν τηνε βλάπτει εκούσια

κι όλες οι πράξεις του είναι πάντα φιλικές στο έθνος και το λαό, κι όχι…

— Σήμερα με τόσα μη νόμιμα και παράνομα, πού ’ναι οι…άρχοντες;!

— Ίσα ίσα είναι κείνοι που τα κάνουν και τα κρύβουν για μη βλέπεις

να σεβάστηκαν ποτέ τους Λαό, Νόμο και Δημοκρατία…

— Και τότε τι κάνουν οι αναθεματισμένοι;!

— Παίζουν την κωμωδία του ¨Σωτήρα¨ με…εκλογές και κόμματα…

— Λησταρχαίοι το λοιπόν;!

— Καταληστεύουνε την Πατρίδα με ιδεολογήματα και υπο-νόμους,

ενώ τα κόμματα με τα…ξεπλυμένα χέρια τους˙ αρπάζουν το αίμα από

τον…υπήκοο που δε λέει να γενεί πολίτης˙ ίδιες νυχτερίδες βαμπίρ!

— Μα, πώς έφτασε σε τόση διαφθορά ένα κράτος…δικαίου;!

— Σαν νομοθετούν οι αρχόντοι μας˙ χωρίς «εν βρόχω τον τράχηλον…»

τι άλλο περιμένεις-σε μια ¨δημοκρατία¨ όπου δεν κρατούν οι πολίτες, μα,

το κράτος κι η βία- από μια κατάφωρη κλεπτο-κρατία τυράννων;!

— Και πότε ένας ¨υπήκοος¨, τρελο-Γιώργη, γίνεται ο πολίτης καταπώς

λες και ξαναλές, τι ’ναι και τι θενά κάνει που δεν κάνει ο…άλλος;!

— «πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν

κρίσεως και αρχής» που παναπεί: (=όποιος νομοθετεί, όποιος δικάζει

κι όποιος αποφασίζει σε θέματα πολιτικά αυτός και μόνο είναι πολίτης)

μας μηνύει ο σοφός απ’ το μυχό του χρόνου…

— Παναπεί εγώ…

— Το τι θέλεις ελόγου σου, Νικολάκη, δε μετράει αλλά μονάχα εκείνο

που θέλει η ¨δημοκρατία¨ μας που δε μας θέλει…πολίτες αλλά μονάχα υπάκουους˙ ειδαλλιώς καθηλωμένους στον Καύκασο της…εκδίκησης!

— Και τι κάνουμε, τρελο-Γιώργη!

— Μα, πώς γίνεται κι επιλέγουμε πάντα τους…νεκροθάφτες του λαού

μας για δε βλέπεις που ούλοι οι…μαλακόγνωμοι γενήκανε ¨Σωτήρες;!¨

ψελλίζει κλαίγοντας απαρηγόρητα, ενώ σφουγγίζει τα μάτια του!

— Τούτοι βλέπουν μονάχα αριθμούς! Οι απάνθρωποι δεν αντέχουν

να δούνε τα μάτια των παιδιών, των εγγονιών μας! Μα τόσοι άχρηστοι

να διαφεντεύουν τον κόσμο, λέω μουντζώνοντας τα μούτρα μου!

— Γιατί όχι· «ώρα…απιέναι», αφού μας έφεραν και ξένους ¨Σωτήρες¨,

σαν να μη μας φτάνανε οι…ίδιοι, λέει σφίγγοντας τις γροθιές του!

— Φέρανε τους ξένους, αλλά δυστυχώς…μένουν και δαύτοι, ψελλίζω.

— Ούλοι τους κατά διαβόλου! Δε βλέπεις π’ ονοματίζουνε το έγκλημά

τους λάθος και παίρνουν συχωροχάρτι, λέει χτυπώντας με δύναμη την

μπάλα του! Ομολογούνε τα λάθη τους ακόμη κι οι ίδιοι οι τοκογλύφοι

αλλά μας τα κρύβουν οι…πατριώτες μας επιμένοντας στα…ίδια!;!;

— Έλληνες να σου πετύχει! Τέσσερις φορές το ΔΝΤ κι άλλες τόσες η Τρόικα…λαθέψανε, ψελλίζω, κι αυτοί το κρύβουν κι απ’ τη μάνα τους!

— …οι ¨εδικοί¨ μας˙ τα ίδια και τα ίδια…μουρμουρίζει πικρογελώντας.

— Δεν τα ομολογούν ή μήπως δεν τα…ξέρουν;! ρωτάω…

— Κατακτητές ούλοι τους, Νικολάκη, για δε βλέπεις που παίρνουν το

αντίτιμο της Πατρίδας και το χαρίζουν στις τράπεζες που ’ναι…οιονεί(!!)

¨ιδιωτικές¨, και χρεώνουν εμάς που σαν φωνάζουμε, να σου τα…όπλα!!

— Μας φτάνουν οι ξένοι, τι θέλουμε και τους ¨πατριώτες¨ για φουσκί…

για δεν ξέρουμε για ποιόν δουλεύουν οι προδότες˙ ψελλίζω βαριά.

— Μα, και ξένοι και…ημέτεροι˙ μη δεν τρώνε τις σάρκες μας;!

— Και τώρα χτυπάνε την Ελλάδα;! απορώ πάλι εγώ.

— Ναι, γιατί τούτη η Πατρίδα περνώντας μέσα από φωτιά κι από αίμα

σέρνει εδώ και χιλιάδες χρόνια μαζί της τη Γιγάντισσα Ελληνική Σκέψη!

— Που πασχίζουν ξένοι και ¨δικοί¨ να…σβήσουν, ψελλίζω τρέμοντας.

— Μας μισεί το Δ’ Ράιχ, Νικολάκη, για δαύτο μας χτυπάνε ανελέητα!

— Γιατί;! Πού τους φταίξαμε;!

— Μα,…από μας δε χάσανε τον πόλεμο;! Το λησμόνησαν θαρρείς;!

Και ιδού˙ κοντά ο καιρός που θα κινήσουν κι άλλο πόλεμο εναντίον μας

και πάλι θενά τον ξαναχάσουν από μας, κι επειδή ξέρουν καλά ότι με την

Ελλάδα όρθια κανένα Ράιχ δε βγαίνει νικητής…γι’ αυτό βυσσοδομούν κι απεργάζονται το χαμό της Πατρίδας μας, γιατί πρέπει πρώτα να χαθεί η

Ελλάδα και στερνά να βγει νικητής επιτέλους το…παγκόσμιο Ράιχ !!

— Μμμ, να σου πω˙ τώρα που το λες, σαν να ’χεις τα δίκια σου…

— Πάντα σκιάζουνται οι οχτροί των λαών την Ελληνική Ψυχή κι ούλο

βάνουν κάθε τόσο κι έναν προδότη να τηνε ταφίσει για δε βλέπεις που

μας θέλουν…κρετίνους! Πού ’ναι τα ελληνικά σκολειά μας με τη Σοφία

των Οικουμενικών Προγόνων μας, πού ’ναι η Γιγάντισσα Ιστορία μας;!

— Τι λες, ρε τρελο-Γιώργη, ξεφυσάω ξαφνιασμένος στα λεγόμενά του.

.

— Δε βλέπεις τη λαβωμένη γλώσσα μας και τη φίμωση της Ελληνικής

Σκέψης για δεν άκουσες λειψές ιστορίες για μαύρη Αθηνά κι Αφροδίτη,

μαύρο Σωκράτη;! Ας είναι καλά ο καλός μας φίλος· ο…Χένρυ και το…

φρυγικό σκουφάκι της παρέας, ψελλίζει κουνώντας το κεφάλι του, μα,

πιότερο οχτρέλληνες δαύτοι οι…δικοί μας ¨Σωτήρες¨, οι…γραικύλοι!!

— Αλλάζουν την ιστορία μας οι αναθεματισμένοι ¨Σωτήρες¨, ψελλίζω.

— Εμ, απ’ τη μια συνωστίζονταν οι…προδομένοι του ’22 στη Σμύρνη,

κι απ’ την άλλη καταργούν τα αρχαία ελληνικά ως νεκρή γλώσσα, όταν

οι άλλοι λαοί για να…σκεφτούνε ορθά˙ μαθαίνουν Αρχαία Ελληνικά…

— Λες αλήθειες, μωρέ τρελο-Γιώργη, λέω με τρεμάμενη φωνή.

— Δεν άκουσες τον Αι Προδότη ότι˙ «Δυστυχώς οι δυο λαοί διέκοψαν

την υπέροχη συμβίωσή των 400 χρόνων, όταν ξεσηκώθηκαν το…1821

μια χούφτα ξεβράκωτοι και δημιούργησαν τις γνωστές προστριβές…»!!

— Μα, γιατί όλα τούτα και μάλιστα από τους…δικούς μας! απορώ…

— Αν πέσει η Ελλάδα οι λαοί τελειώνουν! Πάντοτε τρέμουν τον Έλληνα

για δαύτο και παλεύουν να τον αδειάσουν από σκέψη στρέφοντάς τον

περί άλλα για δε βλέπεις τους κρατούντες ότι προτού λάβουν το θώκο

του δοτού διαφεντευτή μεταλλάσσονται πρώτα κι έπειτα…εκφυλισμένοι

είναι πιο σίγουροι και ικανοί για την εσχάτη προδοσία!!

— Πιότερο προδότες κι επικίνδυνοι, οι γραικύλοι κατακτητές, ψελλίζω θολωμένος απ’ τη ροή του λόγου του.

— Δε μάθαμε ούτε ποιοι είμαστε ούτε τι αξίζουμε, ούτε και τι θέλουμε!

Πώς λοιπόν δε φταίμε εμείς, Νικολάκη;! Άλλο αν δεν έχουμε την ανδρεία

να μολοήσουμε μήτε στον ίδιο τον εαυτό μας την τυφλή μας υποταγή σε

δυο τρεις ντόπιους κατακτητές που μας υπνωτίζουν με φόβο και άγνοια!

Γίναμε ο λαός που όχι μόνο δε γνωρίζει τις ρίζες του μα, ούτε κι έχει

την περιέργεια έστω να τις μάθει! Να γιατί φταίμε ξανά και ξανά…

— Τι;! πετάγουμαι αποτρελαμένος με τα λόγια του. Μα…είναι δυνατό

εσύ ένας…και συγκρατιέμαι να μην ξεστομίσω κάμποσα…τσακωνίτικα!

—…τρελός! Πες το, Νικολάκη! Ένας τρελός,…λέει χειρονομώντας, μα,

μη λησμονείς ότι δε σου ’χω ειπωμένα πού, πότε και γιατί τρελάθηκα…

— Να με συμπαθάς μα, σκληρός ο λόγος σου˙ «τις δύναται ακούσαι»,

παλεύω να μειδιάσω μετανιωμένος.

— Μεγάλος κέρδος, αδερφέ μου, να παίρνουν για κουτό το…μυαλωμένο,

καταπώς μας λέει κι ο αρχαίος ποιητής, ψελλίζει μειδιώντας.

Δε με γέννησε, Νικολάκη, τρελό η Παναγούλα, μα, τρελάθηκα μονάχος

μου! Τρελάθηκα την ώρα π’ άρχισα να…σκέφτουμαι κι από κει κι εμπρός

το στόμα μου ξεστομίζει ξέφοβα μονάχα αλήθειες, γιατί σε τούτο τον έρμο

τον τόπο που ζούμε πρέπει να τρελαθεί κανείς πρώτα κι απέ˙ να ειπεί τις αλήθειες!! Ποιος μετράει σήμερα τα λόγια ενανού τρελού…

— Όχι, όχι, βιάζομαι να δικαιολογηθώ…αλλά με προφταίνει και πάλι ο

τρελο-Γιώργης με τη θυμοσοφία του λέγοντάς μου: «Νικολάκη μου, ξέρω,

χρόνια τώρα, σε τι είδους…¨δημοκρατία¨ γεννήθηκα και ζω που διαφέρει

παρασάγγες από την άλλη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ την ανθρώπινη που σέβεται

τον πολίτη, του χορηγεί πρώτα εκείνα που…δικαιούται και στερνότερα

του θυμίζει τις δικές του υποχρεώσεις!!

Τι λογής είναι τούτη η…δημοκρατία που ενώ…παραγράφει δια πυρός

και σιδήρου τις δικές της υποχρεώσεις όπως ψωμί, παιδεία, ελευθερία, φορτώνει στον πολίτη τα δικά της κλεφτικά και των…ευημερούντων;!

Τι λογής…δημοκρατία είναι τούτη που παγώνει τα πεινασμένα παιδιά

μας στα σχολειά, που στέλνει τους…νεόπτωχους γονιούς στην κρεμάλα.

εκπαραθυρώνει τους άνεργους και διώχνει τα ελληνόπουλα στις άκριες

της Γης θεωρώντας τη μετανάστευση˙ ¨Ευλογία!¨, όπως ο…Εθνάρχης;!

Τι λογής είναι η…δημοκρατία τούτη που μισεί τον ¨πολίτη¨ και θέλει

μοναχά υπήκοους κι οσφυοκάμπτες;!

— Και τι μπορούμε να κάνουμε, τρελο-Γιώργη, εμείς;! ψελλίζω βουβά.

— Ελόγου μου, Νικολάκη, αντιστέκομαι σε δαύτηνε τη…δημοκρατία

με τον…τρελό μου λόγο! Γλιτώθηκα, αδερφέ μου, αφότου…τρελάθηκα»,

μπήγει αργά αργά τις λέξεις του καρφιά˙ στην καρδιά μου.

— Είναι να τρελαίνεται κανείς με δαύτα που ζούμε σήμερα μονολογώ

στον εαυτό μου παλεύοντας να γλυκάνω την πίκρα του τρελο-Γιώργη.

— Δεν έχει καμιά σημασία το τι λένε οι άλλοι για σένα˙ μα, αυτό που

’χει πιότερη σημασία είναι όχι ν’ αγαπάς μονάχα το κουφάρι σου, μα,…

κυρίως το τι κάμεις με δαύτο για τον άλλο, την Πατριδα, τον Κόσμο!

Αν όμως δεν αγαπάς μήτε και τον ίδιο τον εαυτό σου τότε πώς γίνεται

ν’ αγαπήσεις τον άλλο, σαν η αγάπη είναι πολύ βαριά και δύσκολη και μαθεύεται μονάχα πάνω στον εαυτό σου;!

Αν πονάς και γνοιάζεσαι, για λόγου σου τότε μαθαίνεις να πονάς, να γνοιάζεσαι και ν’ αγαπάς και τον άλλο!

Και τούτη η αγάπη είναι κουραστική, εξοντωτική και ριζώνει στη θυσία,

μα σε λυτρώνει απ’ τη λατρεία του μίζερου εγώ, παναπεί το συ με το εγώ

τα σμίγει, τα κάνει Εμείς, δε σ’ αφήνει μοναχικό κι έρμο στο εγώ σου…

— Τι θεναπείς! τονε ρωτάω κατάπληκτος ακούγοντάς τον να ξεστομίζει

λόγια πρωτάκουστα για τ’ αφτιά μου!

— Αυτό π’ αγαπάς, δεν το κάνεις σκουπίδι, αλλά, το προσέχεις, και το

λαξεύεις, το ομορφαίνεις, το ποιοτίζεις έτσι που να ’ναι άξιο ν’ αγαπηθεί,

μα, πρωτυτερινά να ’ναι πιότερο ικανό ν’ αγαπήσει τον άλλο!

— Βρε τρομάρα τους, μονολογώ αποτρελαμένος με τούτον τον…τρελό,

που ’χει πιότερη γνώση απ’ όλους τους χείρονες που μας κυβερνάνε!!

— Τι λες, Νικολάκη, με ποιον τα ’χεις βάνει πάλι; χαμογελάει.

— Με τη συνείδηση των…παλιανθρώπων λέω μειδιώντας με κόπο!

— Συνείδηση; ααα…«Η φωνή των θεών μέσα μας…» που λέγανε παλιά

οι σοφοί με κάμποση καρδιά στο…μυαλό τους, λέει με νόημα ο…τρελός!

…Πη παρέβην, τι δ’ έρεξα, τι μη δέον ουκ ετελέσθη;! μονολογεί

παραληρώντας ο…τρελο-Γιώργης!

— Που παναπεί; λέω αλαφιασμένος με τα λεγόμενά του…

— Η φωνή του Πυθαγόρα, Νικολάκη, μας ξεφωνίζει από τα παλιά που

οι άνθρωποι είχανε κι ένα κομμάτι καρδιά στο…καφάλι τους, δαύτο που

σήμερα οι μεγάλοι σοφοί ονοματίζουν συναισθηματική νοημοσύνη!

Τι έκανα που δεν έπρεπε;!

Τι έκανα που έπρεπε;!

Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;!

— Τι;! κάνω ελόγου μου αποσβολωμένος με την…τρέλα του!

— Κάθε που ’καμε τη βραδινή προσευχή του όχι σε θεούς, πράγμα που

’ναι και το ευκολότερο να κάμει ο κάθε άνθρωπος, σαν ¨τους θεούς μπορεί

να τους κοροϊδέψει ο καθείς, τη συνείδησή του ουδείς¨! Κοίταζε κατάματα

τον εαυτό του ξετάζοντάς τον αυστηρά για τα χνάρια των ποδιών του στη

μέρα που πέρασε! Να η αυτογνωσία που σε κάνει…Άνθρωπο!

— Κι εσύ την ακούς ακόμη και σήμερα;! Σε καλό σου, ρε τρελο-Γιώργη,

κάνω ελόγου μου πνιγμένος στις απορίες μου με τούτο τον…τρελό. Χαλάς

την πιάτσα με τα σοφά των σοφών που ζαλίζουνε τόσο την εποχή μας…

— Ολάκερη τη ζήση μας, Νικολάκη μου, πελεκάμε ένα σκληρό κομμάτι

πέτρα πασχίζοντας να δώκουμε μορφή Ανθρώπου, να μεταμορφώσουμε

το βράχο σε άγαλμα, μήπως και το δουν οι αδιάφοροι και θελήσουν να

κάμουν και δαύτοι το ίδιο, μα… «οι δειλοί δεν ξεκίνησαν ποτέ!»

— Που παναπεί; ρωτάω ζαλισμένος.

— Και σκέψου, έναν κόσμο ολάκερο, συνεχίζει ο…τρελός, με όμορφους ανθρώπους· κάτι σαν τ’ αρχαία ελληνικά αγάλματα! Μα, πόσοι λαξεύουμε

το κορμί μας για να το κάμουμε…άγαλμά;! λέει κουνώντας το κεφάλι του!

— Απ’ το στόμα σου, τρελο-Γιώργη, και στου θεού τ’ αφτί!

— Θα μου πεις οι…έμποροι των εθνών˙ όμορφα αγάλματα;! Όχι δα!

Ε, πες το…χωρατό, Νικολάκη, σαν οι κατέχοντες δεν έχουν τη δύναμη

να ζηλέψουν τα όμορφα πράγματα, αφού η πιο κερδοφόρα πραμάτεια

για τέτοιους πραματευτάδες είναι…οι λαοί και τα έθνη!

…το μυαλό τους το ’χουνε πάντα στο κακό για δε γροικάς ότι τώρα με την καταστροφική λαίλαπα της…παγκοσμιοποίησης ρίχνουν τους λαούς της

Γης στον καιάδα της αθλιότητας μεταλλάσσοντάς τους σε μια τεράστια

άβουλη μάζα, σε μια υποταχτική αγέλη, σβήνοντας έθνη και λαούς!

— Με ποιο σκοπό;! απορώ μ’ εκείνα που μου λέει.

— Οι λαοί άβουλα προβατάκια και δαύτοι μονάχοι στο χρυσό παλάτι

της εξουσίας, αρχοντολόγι ασύδοτο, μα,…τους τα χαλάει πάντα τούτη η Ελληνική κι ανυπόταγη Σκέψη· θωράκιση στ’ άδικο ολάκερης της Γης!

Για δαύτο κάθε τόσο βρίσκουν κάποιους χείρονες μέσα από τα τόσα εκφυλισμένα ελληνοειδή, τους φοραίνουν το σκουφάκι της προδοσίας

και την μπότα του κατακτητή, βάνοντάς του αρχόντους της ντροπής!!

Έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα και μην μπορώντας

να καταλάβω τα λόγια του ρωτάω και ξαναρωτάω γι’ αυτά που βλέπει

να ’ρχονται, κι αν ναι˙ τότε εμείς γιατί ησυχάζουμε;! τι κάνουμε;! τι…

— Τα ελληνοειδή σβήνουν τη μνήμη του λαού μας για να λησμονηθεί

η υπέρτατη αλήθεια του ότι˙ «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον

το εύψυχον» που παναπεί (ευτυχισμένοι είναι μοναχά οι ελεύθεροι και

ελεύθεροι είναι μοναχά οι γενναίοι), με μοναδικό σκοπό ντόπιων και

ξένων κατακτητών να χαθεί το φως του κόσμου, η Ελληνική Ψυχή…και

πια, οι λαοί «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα…» προσμένουνε στη

σειρά ως πρόβατα επί σφαγήν για τα κρεματόρια του Δ’ Ράιχ!

— Και τι κάμεις, τρελο-Γιώργη; τονε ρωτάω σαστισμένος μ’ αυτή την αποκαλυπτική ρητορεία ενού…τρελού!

— …έχουμε βέβαια, μονολογεί, σαν να μου αποκαλύπτει απόκρυφες

αλήθειες μιας θρησκείας μυστικής,…δυο, τρεις κι ακόμη περσότερους

τρόπους να λύσουμε τούτα τα προβλήματα με δαύτους.

Παίρνει μια βαθιά αναπνοή κοιτάζοντας κάπως παράξενα γύρω του

με τα μάτια του να γυαλίζουν στο θαμπό φως του φανοστάτη…

— Τι λες, μωρέ τρελέ, κάνω υποψιαζόμενος ελόγου μου περί άλλα….

— Ναι, να σε χαρώ! Πολλοί οι τρόποι να τελειώνουμε με δαύτους· μα,

όχι μ’ εκείνα που κάμουν εκείνοι σ’ εμάς…

— Τι θεναπείς μ’ εφτούνα, τρελο-Γιώργη, που λες, ξεφωνίζω ελόγου

μου ανταρεμένος με το…σκεφτικό του!

— Μη φοβάσαι, Νικολάκη μου! Δεν είμαι φονιάς μήτε κάνα κακοποιό

στοιχείο, πέρι˙ ένας πατριώτης κι ένας απλός Έλληνας πολίτης!!

Ένας πολίτης όμως˙ «που τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο»!!

…κι ούτε εννοώ φυλακή, στήσιμο στις μάντρες με κυπαρίσσια που ίσως

να ’ναι κι αυτό μια κάποια λύση˙ μα,…Όχι! Όχι,…ποτέ!!

— Και τότε;! πετάγουμαι χειρονομώντας αλαφιασμένος!

— Να τους δείξουμε στα παιδιά, για να θυμούνται τη…ράτσα τους!!

— Μετά από τέσσερα χρόνια;! ρωτάω κατάπληκτος, και τότε ο τρελο

Γιώργης με οργή: Αλίμονο σ’ εκείνους τους λαούς, Νικολάκη μου,

που μιλάνε μοναχά κάθε τέσσερα χρόνια!!

— Και λοιπόν;! ψελλίζω χαμένος.

— Πονάω, σαν κοιτάζω τα θλιμμένα προσωπάκια των παιδιών μας!

— Τι;! ξαφνιάζομαι! Τους έκαμες ελόγου σου κανένα κακό;!

— Ναι, τους έκαμα, Νικολάκη μου, πολύ μεγάλο κακό!

— Με τρομάζεις τρελο-Γιώργη! Ποιο είναι το κακό που τους έκαμες;!

— Που…δεν έκαμα τίποτα! Και τούτο το κακό είναι τρισχειρότερο!!

— Έλα, σύχασε, τρελο-Γιώργη, και με τρόμαξες!

— Τι έκαμα ελόγου μου για τα παιδιά του κόσμου και τα δικά μου, για

τ’ αγγόνια μου που μου δίνει το δικαίωμα να συχάσω καταπώς λες;!

— Ηρέμησε! Ηρέμησε, τον χτυπάω φιλικά στην πλάτη.

— Αφήνουμε τον κάθε προδότη να σκοτώνει την ομορφιά και τ’ όνειρο

της ζωής στο παιδικό προσωπάκι με το φόβο, την απόγνωση, την πείνα…

που σκορπίζουν οι προδότες ολοτρόγυρα, κι ελόγου μας σιγάζουμε…

— Και τι να κάνουμε εμείς οι αδύναμοι τρελο-Γιώργη;! ψελλίζω…

— Όποιος δεν έχει κλάψει από πείνα δεν ξέρει τι θαλαπεί σκλαβιά!

— Καλά τα λες εσύ αλλά…

— Μα, τα παιδιά;! Τι ’ναι πάλι, μωρέ, τούτη η γενοκτονία;! Μα…ποιος

Ηρώδης θεσπίζει τέτοιους παιδοκτόνους υπό…νομους;!

— Τι ’ναι πάλι τούτο που λες, τρελο-Γιώργη;!

— Τεκμήριο τα παιδιά;! Τι στα κομμάτια είναι τα παιδιά της Πατρίδας

μας με τους παλιαλήτες! Τι ’ναι, μωρέ, τ’ αγγόνια μας, ε;! Τι ’ναι;!

— Για δαύτο βγήκα, τρελό-Γιώργη, εδωνά! Τ’ άκουσα κι ελόγου μου

στις ειδήσεις των οκτώ· και πήρα τους δρόμους!

— Μα, καλά· τι ’ναι τα ελληνόπουλα;! Ποιος ανεγκέφαλος, μωρέ, να

’ναι κείνος που νοματίζει το παιδί χωράφι, Ι.Χ και διαμέρισμα;! Τι άλλο

θενά κάμουν τα παιδιά και τ’ αγγόνια μας;! Κρέας για…κανόνια;!

— Τρελοί άνθρωποι, πετάω αηδιασμένος με δαύτους…

— Όχι, Νικολάκη! Δεν είναι καθόλου τρελοί! Κανένας τρελός δεν είναι

τόσο κακός όσο οι ταγοί μας· που ’ναι πανάξιοι πραματευτάδες γι’ αυτό

που τους διάλεξαν κείνοι για τους οποίους δουλεύουν! Καθόλου τρελοί!

Όσο χάνει η Πατρίδα˙ τόσο κερδίζουν εκείνοι! Κάτι ξέρω κι ελόγου μου!

— Και τότε;! ψελλίζω μουντζώνοντας τα υπουργεία τους, όξω από τις

εκκλησιές και τους ανθρώπους!

— Διεστραμμένοι, Νικολάκη μου, δαύτο είναι! Μα, τεκμήριο το παιδί;!

Κι η υπογραφή τους δεν είναι τεκμήριο εσχάτης προδοσίας;! Τι άλλο…

— Για να καλύψουνε τα κλεφτικά τους, κάνω. Ας βγάνουν τις λίστες!

— Μα, δεν άκουσες τον άλλο· «σήμερα είμαστε εξουσία κι άμα έχεις

το φόβο να ζημιωθείς, ε, τότε δεν τις βγάνεις, για να μην έρθει ο άλλος

και σε…φυλακώσει!!» Μα, μποράει ποτέ ένας Έλληνας να κάμει μια

τόσο προδοτική σκέψη για την Πατρίδα του;! κραυγάζει καταρρέοντας.

— Έχουμε κάποια λύση, τρελο-Γιώργη;! ψελλίζω.

— Να τους προγράψουμε! πετάει μ’ οργή και σαν ελόγου μου κοιτάω αλαφιασμένος γύρω˙ όχι, όχι˙ μην τους σκοτώσουμε! Το ’παμε τούτο!

— Τότε;! απορώ με τη σκέψη του κι ο τρελός με…διαφωτίζει λέγοντάς

μου˙ «σαν τους αετούς οι λαοί δεν κυνηγάνε τις μύγες, ούτε σκοτώνουν

τους δειλούς, μα, τους φτύνουν κι ’ναι τούτο κάτι χειρότερο…»

— Ε, και;! κάνω δίχως να καταλαβαίνω πού με πάει η…τρέλα του!

— Εμ, Νικολάκη, ¨ε, και…¨ εσύ, ¨ε, και…¨ ο ένας, ¨ε, και…¨ ο άλλος,

¨ε, και…¨ κι ελόγου μου· πάει,…τηνε χάνουμε την Πατρίδα!

— Και τώρα;! ρωτάω για να ρωτήσω κάτι.

— Μη βάνουμε τους ίδιους να κυβερνάνε και τα παιδιά μας μα, τους αυριανούς που ’χουν αγάπη κι οράμα για την Πατρίδα, τους χρήσιμους,

κι όχι ξανά μανά τους…πραματευτάδες και γυρολόγους της πολιτικής!!

— Τρελο-Γιώργη, μπερδεύομαι με φτούνα που μου λες κι ούτε μπορώ

να σε καταλάβω. Για ποιους αυριανούς και χρήσιμους μιλάς; δε βρίσκω

κάποιον από δαύτους στο μυαλό μου όσο και να…ψαχουλεύω!

Ο τρελο-Γιώργης απορεί με την απορία μου και συνεχίζει πασχίζοντας

να φυτέψει στο μυαλό μου τις…μεγάλες ιδέες!

«Το να ’σαι χρήσιμος» λέει πεισμωμένος, «…σ’ ολάκερο το κοινωνικό

σύνολο είναι καθολική απαίτηση και προσταγή για κάθε άνθρωπο που

’χει σωστή σκέψη, συναισθηματική νοημοσύνη, κοινωνική συνείδηση…

πατριωτική ποιότητα και δεν πάσχει από την…πολιτική ιδιωτεία!

— Τι ’ναι πάλι τούτο; πετάγομαι ως πάνω!

— Είναι η βαρύτατη εκείνη κοινωνική καθυστέρηση π’ αλλιώς τη λέμε

πολιτική αλητεία, σαν ο ταγός ασχολιέται μόνο με τα…περί ελόγου του!

Ο άλλος σε κάνει άνθρωπο, Νικολάκη μου, και μονάχα στα μάτια του

άλλου διαβάζεις την Ανθρωπιά σου, στο τραγούδι του άλλου γεύεσαι τη

χαρά σου, στο γέλιο του άλλου μετράς την αγάπη σου!

…μέσα μου βουή πολλών υδάτων κυλάει η οργή των ανθρώπων!

Ψελλίζω κάνα δυο τρεις φορές τη δική μου την προσευχή στ’ αφτί του Δημόκριτου που ’ναι εδεκεί μπροστά μου και μου γνέφει μειδιώντας:

Ναι, ναι, Νικολάκη, είναι πολύ πολύ δυσβάστακτο το «άρχεσθαι

υπό χείρονος».

Πόσο ματώνω, θεέ μου, με τους κρατούντες του κόσμου, μουρμουρίζω ψελλίζοντας το ψαλμικό: «πάντες ηβδελίχθησαν, άμα ηχρειώθησαν. ουκ

έστιν ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν…έως ενός». μα,… τι στα κομμάτια˙

ούτε για δείγμα δεν υπάρχει ένας χρήσιμος από τ’ αρχοντολόι μας;!

…και πού θενά πάει η έρμη Πατρίδα κι ολάκερος ο κόσμος;! ψελλίζω.

— Μα δεν έχουμε τους άλλους με τα παχιά λόγια και τ’ αχαμνά έργα;!

μ’ επαναφέρει στην ωμή πραγματικότητα απ’ το ταξίδι μου στ’ όνειρο…

— Ε, και;! κάνω πάλι, για μήπως λες για την…αριστερά;!

— Αριστερές έχουμε, Νικολάκη μου! Όχι αριστερά! Μη με μπερδεύεις!

— Μα…

— Ας σμίξουν να πάρουν την εξουσία να κυβερνήσουν την…Πατρίδα,

και…¨δι’ ελέου και φόβου…την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν¨…

καταπώς φλυαρούνε ολοτρόγυρα, αν έχουν μια σταλιά πατριοσύνη…

— Τι;! κάνω αλαφιασμένος από το γρίφο των λόγων του.

— Φοβούνται την εξουσία, Νικολάκη, για δαύτο και μένουν απόμακροι,

δεν πονάνε το λαό, παραβλέποντας τα δεινά που προκαλεί στους λαούς

η αδιαφορία τους και βλέπουν μονάχα ως θέαμα τον πάσχοντα λαό που

πνίγεται στην αθλιότητα κι αυτοί στα παρανοϊκά ιδεολογήματά τους!!

— Τι θέαμα μου λες, τρελο-Γιώργη;

— Μα, δεν έχουν μια σταλιά συναίσθημα πλάι στο τεράστιο I.Q…που

κουβαλάει η…μεγαλοφυΐα τους(!!), για να νιώσουν έστω κι ένα ελάχιστο

ίχνος χρέους, μια σταλιά συμπάθειας για τον πάσχοντα άνθρωπο;!

— Δε λένε ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους για τούτο το κακό, ψελλίζω.

— Υποφέρει ο κόσμος και δαύτοι ούτε βλέπουν τα τρισχειρότερα που ’ρχονται, κολλημένοι προδοτικά στην…ορθοδοξία του, ενώ χάνεται όλος

ο κόσμος˙ μα, ο λαός-ποτάμι ορμητικό- θενά ξεριζώσει την…ορθοδοξία

τούτων των…αιρετικών!

— Και τι μέλει γενέσθαι;! ρωτάω αλαφιασμένος.

— Ας ’ξαγνίσουν τον εαυτό τους λυτρώνοντας τον έρμο λαό από κείνα

τα αφόρητα δεινά που του επιβάλλουν οι ορκισμένοι οχτροί του αν δεν

είναι και δαύτοι…πιότερο οχτροί του!

Μα,…πόσο δύσκολο τα έργα κάποιου να ξεπερνάνε τα λόγια του…

— Τι;! πετάγουμαι ίσαμε πάνω…

— Ν’ αποστρέψουμε το πρόσωπό μας απ’ τους γυρολόγους ¨Σωτήρες¨,

για να σωθεί η Πατρίδα, ειδαλλιώς…

— Κι οι ταγοί μας˙ δε δέχτηκαν τους Έλληνες από την Αυστραλία!

— Τους διώξανε κακήν κακώς, σαν έχουν δώσει τα χέρια με τα κοράκια

της Νέας Ευρώπης των…μελλοθάνατων Λαών της (!!), σε Μένγκελε, ΔΝΤ,

στοές, offshore και ΜΚΟ γνέφοντας οι οσφυοκάμπτες ηγέτες μας, ευπειθείς

δηλωσίες!! στις ορδές του Δ’ Ράιχ(!!) «ιδού ο…λαός σας!!»

— Και γιατί όχι με τη Ρωσία ή την Κίνα που δεν είναι…κομμουνιστικές

χώρες πια· -λες κι ήτανε πιο πριν- αφού τόσο τρέμουν την…αριστερά;!

Και γιατί όχι με τους Άραβες, ξεσπάω τρέμοντας αλλά ονοματίζουνε οι ορκισμένοι οχτροί της Πατρίδας˙ μονόδρομο την…καταστροφή;!

— Λείπει από τον τόπο μας, Νικολάκη μου, ο φωτισμένος κι ο Δίκαιος

ηγέτης που θα υψώσει τη Σημαία μας δακρυσμένος κάνοντας τον κόσμο

να στρέφεται γύρω του! Ως πότε με δαύτους τους…ανεύθυνους;!

— Μα, τρελο-Γιώργη, η τελική ευθύνη δε φτάνει στην κορφή;!

— Τούτοι αλλιώς σκέφτουνται για δεν ακούς που ’ρθαν απ’ την ξενιτιά

πολλοί Πατριώτες επενδυτές να συνδράμουν την Πατρίδα· μα, τούτοι οι διορισμένοι Γκαουλάιτερ έχουν δέσει την υποταγή της πατρίδας -που τη

λένε και…συμφωνία- στους τοκογλύφους;!

— Κι ελόγου μας;!

— Θενά μπούμε στο βιβλίο Γκίνες για την…πατριωτική μας επιλογή να

βάνουμε τους χείρονες, να μας αρχοντεύουν˙ για μην είδες να γγιάξουν οι

δοτοί ¨Σωτήρες¨ το βιος κανενού…Εφιάλτη;!

— Και τα κλεφτικά˙ κλεφτικά,…ξεφωνίζω, οργισμένος.

— Ποτέ μου δεν ένιωσα πιότερη ντροπή όσο με τούτη τη σωτηρία μου

από δαύτους τους ¨Σωτήρες¨… Άι, μη μαγαρίσω τη γλώσσα μου…!

— Και τώρα;! ρωτάω για να ρωτήσω.

— Ας ενωθούν πια οι…άλλοι και να διαγράψουν το χρέος!

…ξάφνου φέρνει το πρόσωπό του ίσα στο δικό μου ρωτώντας με αργά

αργά με τη βαθιά φωνή του: «για έλα πες μου, Νικολάκη, πεινάς με μένα;

πονάς με μένα; φοβάσαι στο φόβο μου, βογγάς στο βόγγο μου, δακρύζεις

στο δάκρυ μου, τραγουδάς στο τραγούδι μου, αγαπάς στην αγάπη μου,

χαίρεσαι στη χαρά μου;!»

Αλαφιασμένος κοιτάζω χωρίς να καλοκαταλαβαίνω κείνα που μου λέει

και του γνέφω αμήχανα τι θέλει να πει με δαύτα που ξεστομίζει.

— Σαν πονάς στον πόνο μου, συνεχίζει, φοβάσαι στο φόβο μου, γελάς

στο γέλιο μου, ε,…τότε πια γίνεσαι Άνθρωπος, γίνεσαι ο αδερφός μου!

— Και ποιοι τα λένε τούτα; ρωτάω με περιέργεια.

— Οι άλλοι οι…προοδευτικοί, λέει σκάζοντας στα γέλια κι εγώ κοιτάζω αλαφιασμένος και μ’ όλη κείνη την αισιοδοξία του τρελο-Γιώργη απορώ

και εξίσταμαι…κραυγάζων τοιαύτα:

«Μα, δεν είναι στα μαχαίρια κι ούτε που ’χουνε μάτια να δούνε ο ένας

τον άλλο;! Με κογιονάρεις για δεν το ξέρεις;!»

— Η Πατρίδα· πάνω απ’ όλες τις ιδέες και τα ιδεολογήματα, αλλά πού;!

— Και τι λες να γίνει, τρελο-Γιώργη; κάνω πνιγμένος στις απορίες μου.

— Να σμίξουν για το σωσμό της Πατρίδας˙ αλλά τα μυαλά τους…

— Ναι, μα διαφέρουν στα…ταξικά, τα ιδεολογικά, τα…θεωρητικά(!!),

ψελλίζω γελώντας με τα…προοδευτικά τους περί ταξικών διαφορών!

— Εμπρός στο σωσμό της Πατρίδας ούλοι τους σε λαθεμένη πορεία

και το ξέρουν πολύ καλά, οπότε κι ούλοι τους…μηδέν στο πηλίκον και

στο διάολο απαξάπαντες, για να γλιτωθεί η Πατρίδα μας!

— Μα,…εκπλήσσομαι με το συλλογισμό του, κι ο τρελός˙ «Απάντων

τιμιώτερον εστίν η Πατρίς…τοις νουν έχουσιν» λέει λόγια παρμένα από

το θείο στόμα του˙ απάντων ανθρώπων Σοφότατου Σωκράτη!

Έχω χαθεί! Κοιτάζω αλαφιασμένος τον τρελο-Γιώργης που μου ξηγάει˙

που παναπεί, Νικολάκη, «ότι καμιά ιδέα δεν μπαίνει ποτέ πιο πάνω από

την Πατρίδα για το μυαλωμένο άνθρωπο· αλλά πού ’ναι τος;!»

— Μα, κι όλα κείνα που τους χωρίζουν;!

— Και θενά μας φέρει κάμποση…λαϊκή εξουσία και η Αλέκα για ο άλλος

ο…νεοφώτιστος;! Κι αν δεν είναι δαύτα γελοιότητες˙ τότε τι ’ναι γελοίο;!

— Μα, δεν έχουνε διαφορές, για δεν ακούς τα…συντρόφια πώς βρίζουν

ο ένας το άλλο;!

— Τα ταξικά, ιδεολογικά και θεωρητικά τους διάφορα δεν είναι τίποτα

άλλο από μια…καθολική αδιαφορία για την Πατρίδα!!

— Και τότε; απορώ μ’ εκείνο το… ¨τιμιώτερον η Πατρίς¨ των…αρχαίων Ελλήνων και το…πωλείται Πατρίς των γραικύλων που κουμαντάρουν τις

μέρες μας· κι ’ναι τόσοι οι κανίβαλοι που τρώνε τις σάρκες μας! …

— Έχεις ακουστά, Νικολάκη, για επαχθές είτε…απεχθές χρέος;!

—Κάτι λίγα, άκρες μέσες, μπερδεμένα, λέω απορώντας με την…τρέλα

τούτου του τρελού που δεν υπάρχει κάτι που δεν το κατέχει!

— Το λοιπόν καταπώς λέει το λεγόμενο διεθνές δίκιο˙ ένα δάνειο που

’ναι ανήθικο ή παράνομο, παναπεί που δε χρησιμοποιήθηκε για το καλό

μήτε του λαού μήτε της Πατρίδας κι οι δανειστές γνώριζαν άριστα ποιον δάνειζαν με κλεφτικά και μίζες και με ποιο σκοπό, τότε· ανάμεσα στο λαό

που πεινάει και το δανειστή-τοκογλύφο, κείνο που ονοματίζουμε ¨διεθνές δικαστήριο¨, παρέχει το δικαίωμα στο κράτος να μην πληρώνει κανέναν τοκογλύφο!!!

— Και τι περιμένουμε το λοιπόν;!

— Αν είχαμε μια…Ελληνική κυβέρνηση κι όχι μια…εκφυλισμένη όπως καληώρα, θ’ αρνιόταν μονομερώς την άδικη πληρωμή, μα, οι πουλημένοι χορεύουν στο ρυθμό των τοκογλύφων με όνειρό τους να γενούνε κάποια

μέρα μεγάλοι και τρανοί Γραικύλοι-Γκαουλάιτερ, παναπεί˙ εγκάθετοι!!

— Και το επαχθές ¨χρέος μας¨ είναι όλα φτούνα που λες. για μοναχά

ένα 5% -αν καλάκουσα- που λέει ο άλλος, ο…αριστερός ψάλτης;!;!

— Μην τους ακούς, Νικολάκη μου! Το ¨χρέος¨ μας είτε θέλουν είτε δεν

το…θέλουν οι… ¨ειδικοί¨ εν πολλοίς είναι μη νόμιμο, άρα παράνομο,

ανήθικο αλλά…επαχθέστατο για θαρρείς δεν τα πιάσανε οι ¨Σωτήρες¨

συν γυναιξί και τέκνοις, από τη μια ¨εταίρα¨ μίζες και δωράκια, κι από

την άλλη…¨προεκλογικές χορηγίες¨ για το…καλό της Πατρίδας;!

Εμ, γιατί θαρρείς κάνουν εκείνο που τους διατάζει η Μπίλντερμπεργκ,

ο νεκροθάφτης αυτός των λαών;! Αλλά κοντά ο καιρός…

— Ναι, κάτι έχουν ακουστεί, ψελλίζω εγώ.

— Για θαρρείς πως βάνανε πεντάρα τσακιστή στην προκοπή του λαού

από τα δάνεια με τα οποία μας έχουν καταχρεώσει!; Άκου να χρεώνουν

εμάς και να τα κάνουν δώρο στον…εαυτό τους και στις τράπεζες…

— Κι αν είναι έτσι τρελο-Γιώργη, γιατί δεν αρνιούνται το ψεύτικο χρέος

που ’χει γονατίσει καιρό την Πατρίδα, μα, χρεώνουν εσένα κι εμένα αντί τον…ιδιώτη κερδοσκόπο, τοκογλύφο, τραπεζίτη…ρωτάω. κατάπληκτος.

— Νικολάκη μου, «αλλάζουν οι βιολιτζήδες, ο χαβάς μένει ο ίδιος»;!

Πατρίδα τους το χρήμα! Σαν μπουν σε λέσχες και στοές οι Ευπατρίδες

της μίζας, οι θλιβεροί υπάλληλοι κάθε στοάς και λέσχης, δε χάνουν τον

καιρό τους˙ μεταλλάσσονται -αυθωρεί και παραχρήμα- στα πιο στυγνά

Waffen SS, του…Δ’ Ράιχ˙ σε θέση εκτελεστή στα νέα…εκτελεστήρια!

— Το αρχοντολόι μας!

— Γκαουλάιτερ, κλεφτόπουλα και τραπεζίτες˙…μίζες, offshore, μετοχές, απάτες…και μας κυβερνάει ζωή να ’χει˙ η…ασυλία κι η…παραγραφή!

— Τι ’ναι φτούνα που μου λες, μωρέ τρελο-Γιώργη;! Οι ταγοί μας θενά

μην τα βλέπουν για μόνο ελόγου σου είσαι ξυπνός κι ανοιχτομάτης;!

Ο τρελο-Γιώργης με το ύφος του μυστικοσυμβούλου αργά αργά γιομίζει

το φτωχό μυαλό μου μ’ εκείνα τα μυστικά των ¨στοϊκών¨ λέγοντάς μου με μυστικότητα· «τα μιλήσανε και τα συμφωνήσανε!» για θαρρείς να πέφτει

κάστρο δίχως ρουφιάνο;! Και καλά οι αρχολίπαροι˙ μα, οι…πατριώτες;!

— Και τι μπορούν οι άλλοι;! ρωτάω επιστρέφοντας στους…άλλους.

— Ας μονοιάσουν κι όχι και τώρα που χάνεται η Πατρίδα˙ να μετράνε

τα…κουκιά τους! Ας μονοιάσουν, ειδεμή…

…δεν άκουσες που οι Ναζί της Ευρώπης τρέμουν τις…αριστερές˙ που

παναπεί για να φοβούνται οι κακοί, σίγουρα θενά ’ναι˙ κάτι…καλύτερο

από δαύτους· αλλά πού οι…αριστερισμένοι ανιδεολογίζοντες!

— Και τι θα γίνει σαν ενωθούν αμόνοιαγα, λέω.

— Α, όχι, όχι…άκου να πάρουν την εξουσία…

— Μα, γιατί όχι, αν είναι για το καλό της Πατρίδας;!

— Μα…φοβούνται την εξουσία γι’ αυτό και την απορρίπτουν!

…οι καυγάδες τους είναι στάχτη στα μάτια του κόσμου! Δεν τολμούν να διαχειριστούν την εξουσία περί μόνο να φωνάζουν, για να ξεσηκώνουν

λίγους η μια και λίγους ο άλλος, κι απέ· ούλα μέλι γάλα, και…φτύνοντας

στο χώμα φωνάζει μ’ αγανάκτηση· αυτό τους πρέπει, Νικολάκη μου, για την…προοδευτικότη τους! Ουστ! Ουστ…στον αγύριστο και δαύτοι!!

— Δε σε καταλαβαίνω, τι θέλεις να πεις;

— Κάθε μέρα και ώρα πεθαίνω από ντροπή για την πατρίδα που μας φκειάσανε κείνοι που χρόνια τώρα εκλέγουμε να μας αρχοντεύουν…

— Και τι να κάνουμε;! Πώς ξεσηκωνόμαστε, τρελο-Γιώργη;! Εύκολο τον

έχεις τον ξεσηκωμό για δε βλέπεις που ’χουν πάλι έτοιμα τα…τανκς;!

— Γράφουμε συνιστώσες κι ιδεολογήματα στα αρχί…θου και ξανά θου

και θου, Κύριε, βγαίνουμε ούλοι οι ελεύθεροι Πολίτες μονιασμένοι στο

όνομα της Πατρίδας, στις πλατείες και στις ρούγες κι ως…Έλληνες με

την καρδιά και το μυαλό γιομάτα Ελλάδα, κι αλάργα από…¨κόμματα κι αποκόμματα¨ που πασχίζουν ούλα ένα…κομματάκι από τη σάρκα της

Πατρίδας κι απέ· αγκαλιάζει ο ένας Έλληνας τον άλλο και φιλιώνουμε

για μια βολά ούλοι στ’ όνομα της κοινής τούτης Πατρίδας που βογγάει

κι ενωμένοι εδεκεί˙ βάνουμε μοναχά τρεις ΕΛΛΗΝΕΣ ταγούς…

— Τρεις Έλληνες;!

— Τρεις αληθινοί Πατριώτες˙ είναι αρκετοί! Φτάνουν! Όχι περσότεροι…

κι οι τωρινοί, Νικολάκη μου, ούλοι τους για το…Πρυτανείο!

— Τι θεναπείς, μωρέ, με τούτο; απορώ ελόγου μου κι ο τρελο-Γιώργης

αρχίζει· τότε τα παλιά σ’ εκείνο το…Πρυτανείο, το σπουδαίο κτίριο στην Ακρόπολη των Αθηνών, που ήταν η συμβολική οικία της ένδοξης πόλης, σιτίζονταν δωρεάν οι ¨αείσιτοι¨ παναπεί˙ πρυτάνεις, άρχοντες, πρέσβεις,

μα, εδεκεί τιμούσαν πιότερο με σίτιση τους πολίτες που προσφέρανε τις

πολύτιμες υπηρεσίες στην Πόλη της Αθήνας!!» Το δικαίωμα της δωρεάν

σίτισης στο Πρυτανείο το είχαν και οι απόγονοί τους, τιμής ένεκεν!

— Τι θεναπείς, τρελο-Γιώργη, ξαφνιάζομαι στην αλλόκοτη σκέψη του!

— Να, θεναπώ για δαύτους π’ ασχολιένται με τα κοινά, σαν καληώρα

τ’ αρχοντολόγι μας, οι ευεργέτες παναπεί του τόπου, περιπλέον από την

αμοιβή τους άπαντες να σιτίζουνται δωρεάν στο πρυτανείο για τούτη και

την άλληνε ζωή με τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά τους· με…τριπλή και τετραπλή μερίδα…χα, χα, χααα, ξεκαρδίζεται ο τρελο-Γιώργης!

— Ποιοι ευεργέτες, μωρέ τρελο-Γιώργη, βλέπεις κανείνε γύρω σου;! Για

ποιο πρυτανείο μου λες! Έχουμε πρυτανείο;! πού;! απορώ ελόγου μου.

— Στον Κορυδαλλό, Νικολάκη μου, στον Κορυδαλλό! Αδέξια είναι;!

— Ααα, είπα κι ελόγου μου, για ποιο καλό να μπούνε στο πρυτανείο;!

Κι ο τρελο-Γιώργης, γελάει ψελλίζοντας: μα, τι λέω ο έρμος;! Αξίζει κάτι καλύτερο από δαύτους τους αφεντάδες μας, ένας λαός˙ τόσο μα τόσο

-καταπώς λέμε- ξεχωριστός(;!), όταν από τη μια μεριά…εξοστρακίζει

τον τελευταίο Δίκαιο Πολιτικό, γιατί προσβάλλει με την παρουσία του

μια ολάκερη Αθήνα που δεν μπορεί ν’ αντέξει ακόμη και σαν λέξη εκείνο

το…Δίκαιος ανάμεσά τους, ενώ από την άλλη δολοφονεί τον μοναδικό

Έντιμο Έλληνα Πολιτικό και Πατριώτη στα νεότερα χρόνια, για να μη

γίνει ποτέ κι η Ελλάδα ένα αυτόνομο κι ελεύθερο Έθνος μετά από τόση

βάρβαρη σκλαβιά αιώνων και χάσουν οι ξένοι προστάτες την επιρροή

τους κι οι ντόπιοι τσιφλικάδες τα…τσιφλίκια τους!

Ε,…τότε, γιατί όχι˙ με το λαό˙ και οι…άρχοντες, Νικόλάκη;! Δε γίνεται καλύτερα, αφού όλοι τους είναι πανάξιοι και ικανοί να γενούνε αείσιτοι

στο…πρυτανείο, σαν ευεργετούν-με το αζημίωτο φυσικά-την Πατρίδα;!

Τι να πει κανείς! Μα, τόσο έχουμε διαφθαρεί;! Καημένη Ελλάδα μου…

— Και, πώς, …ψελλίζω δίχως να ’χω να πω και τίποτα.

— Μωρέ,… σαν ξυπνήσεις, μονομιάς…

θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς!

που λέει κι ο γερο Βάρναλης…

— Και λοιπόν;! ρωτάω πνιγμένος στο θυμό και στις απορίες μου!

— Μόνο αν μάθουμε πρώτα ελόγου μας τι παναπεί Πατρίδα, τότε και

μόνο τότε θενά μπορέσουμε να το γνώσουμε και στ’ αρχοντολόγι μας!!

— Χα,χα,χααα…καμώνουμαι γέλιο με τη διδακτική του…τρελού!

— Γελάς! Ν’ ακούσεις το γέλιο που θενά κάμουν οι κρατούντες μόλις

ιδούν ολάκερο το λαό ενωμένο ν’ αγωνίζεται για το ψωμί και το δίκιο,

προτού να φτάσει το τέλος της Πατρίδας! Και ξάφνου˙ ξέρεις, Νικολάκη,

το…Kuru;! με ρωτάει σκύβοντας στ’ αφτί μου.

— Κού ρου;…ρωτάω ψελλίζοντας αργά αργά τις δυο συλλαβές της

άγνωστης εκείνης λέξης απορημένος με τη…γλωσσολαλία του!

…όχι, όχι, κι ούτε που το ’χω ποτέ μου ακουστά λέω χαμηλώνοντας

το κεφάλι μου, ενώ ο τρελο-Γιώργης λέει για μια παράξενη αρρώστια!

Είναι κείνη με τις ανεξέλεγκτες και σποραδικές εκρήξεις…γέλιου όσων

έχουν πληγεί από δαύτη τη νόσο των αγρίων Παπούα της Νέας Γουϊνέας˙ αποτέλεσμα του άγριου κανιβαλισμού των…απολίτιστων λαών της(!!)

Έτσι θενά γενεί και με τ’ αρχοντολόι του κόσμου που δεν τους σώνουν

λέσχες, στοές, όπλα κι ¨εταίρες¨, μονολογεί ο τρελο-Γιώργης!

Κοντά ο καιρός, λέει με νόημα, που ο λαός μας ξανοίξει τα μάτια του˙

παίρνει το δίκιο στα χέρια του και τιμωρός˙ καταδικάζει «εις ατιμίαν…»

δαύτους που απεργάζονται καιρούς καιρών το θάνατο της Πατρίδας,…

βγάνει απειλητική φωνή χειρονομώντας!

Καιρός πια να τους ειπούμε˙ «Ώρα εστίν απιέναι» που παναπεί˙ στη…

σωστή μας γλώσσα· στο διάβολο και μόνο με κάνα δυο σώβρακα στο

χέρι για…τη δύσκολη περίσταση· και τότε πια ίσως μπορεί να μάθουν

και δαύτοι κάτι για Πατρίδες και Πατριώτες!!

— Μα, ξοδεύονται για μας οι άνθρωποι μα τόσα που μας δίνουν…

— Ο μισθός του δουλευτή, Νικολάκη, κι η σύνταξη του απόμαχου της

δουλειάς είναι η πιο σημαντική παραγωγική δαπάνη για το σωσμό της

Πατρίδας, ενώ τα μη παραγωγικά ποσά είναι τα κάθε είδους κλεφτικά,

οι μίζες, οι απάτες, οι χορηγίες, οι πολλαπλές απολαβές τους που τόσο

¨νόμιμα¨ παραγράφουν οι ίδιοι με υπο-νόμους που τόσο ματώνουν τους λαούς…τρέχει ορμητικός χείμαρρος ο λόγος του!

Κι ας τολμήσουν τότε να βγουν μπροστά στους λαούς οι κάθε είδους

¨κλεφτο-Σωτήρες¨, ΔΝΤ, Τρόικες, σκουφίτες Γκαουλάιτερ, οι τοκογλύφοι,

τραπεζίτες και ντόπιοι κουκουλοφόροι για να γυρέψουνε τα…δανεικά

που ’χουν δώσει τόσο…ανυστερόβουλα και φιλάνθρωπα στους λαούς!!

Μα…δεν έμαθαν ακόμη οι λαοί, πού ρίξανε οι πρόγονοί μας, Λάκωνες

κι Αθηναίοι, τους αγγελάτορες του Μεγάλου βασιλιά, σαν γύρεψαν από

μέρους του «Γην και Ύδωρ», που θαλαπεί· υποταγή της Πατρίδας μας;!

λέει ξαναμμένος ο τρελο-Γιώργης σφουγγίζοντας ανάστροφα ένα δάκρυ!

— Μα, για πες μου, τρελο-Γιώργη, είσαι αλήθεια…τρελός;! ξεσπάω με

ντροπή και συντριβή, έχοντας πάθει σοκ από τα λόγια του κι ο…τρελός

Γιώργης˙ «Νικολάκη μου, κάπου κάπου λησμονάω την τρέλα μου, όντας

μιλάω με τ’ αδέρφια μου και τούτο πολύ σπάνια! Μα,…μ’ εσένα, αδερφέ

μου, για να μιλήσω δε νιώθω την ανάγκη κανενού…τρελού!»

Κι ελόγου μου σφουγγίζοντας τα μάτια μου αγκαλιάζω τον αδελφό μου

το Γιώργη, τον σφίγγω πάνω μου. καταφιλάω το χαρακωμένο πρόσωπό

του, αγιογραφία νεομάρτυρα Έλληνα, ψιθυρίζοντας: «συμπάθα με γερο

Γιώργη που σ’ είχα για…τρελό τόσον καιρό, συμπάθα με, μα,…πες μου

για τους…αγγελλάτορες του βασιλιά ψελλίζω λουσμένος στο κλάμα για

κείνον, για μένα, για την Πατρίδα, για τον κόσμο ολάκερο…»

…λέει για τους Σπαρτιάτες που ρίξανε σ’ ένα βάραθρο τους πρέσβεις,

ενώ οι Αθηναίοι σε μια βαθιά σχισμή στα τείχη της Ακροπόλεως, για να

βρουν εδεκεί˙ «Γην και Ύδωρ» για το ¨Μεγάλο Βασιλέα¨…

Έτσι θενά γίνει και σήμερα, λέει, με λεσχίτες, στοΐτες, ¨εταίρες¨ και με

τους ντόπιους ¨Σωτήρες¨ με το μπαξίσι της…εσχάτης προδοσίας!

— Κι εκείνοι, Γιώργη…

— Α, μη μου τα χαλάς, Νικολάκη μου! Τρελο δε με νοματίζουν ούλοι

οι καλοί μου φίλοι! Κι ελόγου σου τι σου ’καμα, αδερφέ μου, και θέλεις

να με παραδώσεις σαν σκεφτόμενο Έλληνα λέει ο σοφός αδερφός μου

ο Γιώργης ξεκαρδισμένος, στους…ιδιώτες ηγήτορές μας;!

Αλίμονο και τρις αλίμονο, Νικολάκη μου, σ’ εκείνο τον Έλληνα που

σε τούτους τους δίσεκτους καιρούς τολμάει και σκέφτεται!!

— Δε σου πάει, ρε Γιώργη μου, το…τρελός· λέω σφίγγοντάς τον πάνω

μου, ενώ τονε λούζω με τα δάκρυά μου!

— Σου το ζητάω για χάρη της…σωτήριας τρέλας μου! Μη με κάνεις το

λοιπόν κι εκτεθώ ο έρμος˙ λησμονώντας το φέρσιμο ενανού…τρελού!

Μα, για έλα, πού μείναμε, για συνέχισε, γελάει…

— Α, ναι στους ταγούς μας! Δαύτοι δεν ξέρανε για φτούνα που ’καμαν

πως είναι προδοσία και το ξέρεις μονάχα ελόγου σου ο ξυπνός;!

— Υπάρχει, Νικολάκη, προδότης που δεν ξέρει την…προδοσία του;!

…και καλύτερα απ’ τον καθένα μας και τρέμουν ξέροντας πως οι λαοί

οι…ανύπνωτοι δεν υπογράφουν μήτε…¨κωλο-πέιπερ¨ κουκουλοφόρων,

πράξεις νομοθετικού περιεχομένου προδοτών μήτε διάτες Γκαουλάιτερ!

— Γίνεται, ρε Γιώργη, ψελλίζω με κάποια μικρή αισιοδοξία, να πάρουν επιτέλους και δαύτοι οι…βολεμένοι το μαθηματάκι τους;!

— Θενά ’ναι ένα ακόμη ανεκτίμητο δώρο από τη δύστυχη Πατρίδα μας

γι’ άλλη μια βολά κι ίσως το πιο χρήσιμο για ούλους τους λαούς της γης

από την προδομένη και καθημαγμένη Ελλάδα μας!!

…παίρνει μια ανάσα και μιλάει για τους Σωτήρες μας που υπογράψανε αδιάβαστοι το μνημό-συνο της Πατρίδας μας πάνω σε μαύρες κουκκίδες

που παναπεί εν λευκώ· την…εσχάτη προδοσία τους!!

Τόσο υπολογίζουν την Πατρίδα! Και συνεχίζει το ύψιστο μάθημα που

άρχισε πριν από τόση ώρα μιλώντας για τους λίγους ικανούς ηγέτες των

λαών που πάλεψαν για το Δίκιο˙ όπως για το δικό μας τον Καποδίστρια,

τον Πατρίς Λουμούμπα, το Λούθερ Κινγκ, τον Αλιέντε, τον Πάλμε και τον Μαντέλα και σταματάει στο Ραφαέλ Κορέα!

Ως υπουργό των οικονομικών τον πιέζει η παγκόσμια τράπεζα για να

ληστέψει τη χώρα του -όπως οι προηγούμενοι- και ο Κορέα παραιτείται!

Τότε ο λαός του τιμώντας τον για το θάρρος και την εντιμότητά του τον αναδεικνύει πρόεδρο της Πατρίδας του και ο γενναίος πολιτικός τολμάει

να απελάσει τους εκπροσώπους της παγκόσμιας τράπεζας, να ζητήσει

από τους εκπροσώπους του ΔΝΤ να…αποχωρήσουν από το κτίριο της

κεντρικής τράπεζας του Ισημερινού και να τα βάλει με τους αδίστακτους τοκογλύφους-πιστωτές του καταξευτελίζοντάς τους!

Όταν τον επισκέφθηκαν οι…ΔΝΤ κι οι παντός είδους λεσχίτες -όπως

κι ελόγου μας- και του ’πανε ποιοι είναι και θέλουν· τους…εξώκειλε!

Η οργή του τρανεύει, σαν του λένε πως θέλουν τα λεφτά τους από ’να

λαό που πεινάει εξαιτίας τους, οπότε ο σωστός ηγέτης τους καθηλώνει

λέγοντάς τους ότι το μοναδικό του μέλημα είναι να θρέψει το λαό του και

να σώσει τη χώρα του κι όσο για το δάνειό τους θα τους δίνει μόλις το

πέμπτο της δόσης κι ας τους ξοφλήσει μετά από 200 και πάνω χρόνια!

Ελέγχει όλα τα συμβόλαια τα σχετικά με το δημόσιο χρέος σε βάθος τριακονταετίας που το βρίσκει εν πολλοίς μη νόμιμο οπότε ανακοινώνει

στάση πληρωμών του χρέους του Ισημερινού παγώνοντας όλους τους

ισχυρούς τοκογλύφους της Γης!! Ενώ οι δικοί μας…οσφυοκάμπτες!!

…ιδού, Νικολάκη μου, το ύψιστο μάθημα του τίμιου ηγέτη, που ’χει

βάνει ως το πρώτιστο μέλημά του τη σωτηρία της Πατρίδας του και την

ευημερία ολάκερου του λαού του!!

— Εύγε! Εύγε, στο παλικάρι, φωνάζω συνεπαρμένος, και φουντώνει

πιότερο το παράπονο της Πατρίδας κι η παντοχή του τίμιου πατριώτη!

Αυτός ο ηγέτης, είναι ο Άξιος της Πατρίδας, κι όχι ο κάθε προδότης,

που ρουφάει το αίμα του λαού…ψελλίζω ανάμεσα στους λυγμούς μου!

— Και μια και δυο φορές μπράβο του, Νικολάκη, οι λεσχίτες όμως κι

οι εταίρες του πλούτου φυσικά θα το φάνε το παλικάρι, μα,…η Ιστορία

η αληθινή· όχι η άλλη, το ’χει ήδη δεχτεί στο δικό της το Πάνθεο μαζί με

λίγους άλλους ικανούς πολιτικούς που τόλμησαν το δίκιο κι ας ήξεραν

τη μοίρα τους˙ κι όμως διάλεξαν το δίκιο κι ας πεθάνουν· όπως ο κάθε

σωστός Πατριώτης· «Θανούμεθ’, αλλ’ όπως θανούμεθα κάλλιστα!»

— Πατριώτες, Γιώργη μου, πατριώτες, ψελλίζω πικρομειδιώντας.

— Εμ, Νικολάκη μου, «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί Πάτρης!»

δε μας φωνάζουν οι ήρωες;! Κι εμείς˙ Καιρός πια! Καιρός…(;!)

— Κι οι δικοί μας; παλεύω να ρωτήσω, μα, ο αδερφός μου ο Γιώργης˙

…ε, όχι, όχι,…Νικολάκη! Χίλιες και χίλιες φορές όχι! Μη μαγαρίσουμε

τον ήρωα με τις…όρνιθες! Μη βάνουμε ίσα κι όμοια…κότα και ήρωα!

«Ο δειλός κι ο προδότης, όσα μηδενικά κι αν βάνουν στην επωμίδα

τους δεν έχουν καμιά αξία, αν μπροστά απ΄ τα πολλά μηδενικά δεν μπει

η…ακεραία μονάδα, παναπεί· ο Άνθρωπος» μονολογεί χειρονομώντας.

— Και δεν;…κάνω με νόημα και σωπαίνω.

Κι ο Γιώργης πεισματωμένος: «Όταν το Γ’ Ράιχ πήγε στο διάβολο μαζί

με λιγοστούς ντόπιους προδότες, ήμουν μόλις στα οκτώ χρόνια μου και

να που τώρα στα εβδομήντα οκτώ μου το Γ’ Ράιχ βρικολακιάζει ως Δ’…

Και ξαναφέρνουν πίσω τα SS οι ντόπιοι χαφιέδες για να γίνουν οι ίδιοι Γκαουλάιτερ κι ούλοι τους μαζί να πιούνε και το υπόλοιπο αίμα του λαού

μας δευτερώνοντας το Χαϊδάρι, την Καισαριανή, το Δίστομο, τ’ άμοιρα τα Καλάβρυτα, το Κούρνοβο και το εκτελεστήρι του Νέγρη που με ξύπναγαν

μικρό παιδί το χάραμα οι ριπές των πολυβόλων των SS και του ντόπιου

προδότη που σκότωναν τους Πατριώτες Αγωνιστές που πάλευαν για το

ψωμί, τη Λευτεριά και το Δίκιο,…αρθρώνει με λυγμούς.

…και ξαφνικά πετάγεται πάνω μ’ αγκαλιάζει και μου λέει μειδιώντας:

«δεν πάμε, Νικολάκη, να καταταγούμε στα Waffen SS και στη Βέρμαχτ

του Δ’ Ράιχ της Frau Μένγκελε και των ντόπιων κουκουλοφόρων;!

…οι εκτελεστές σ’ ούλα τα πλάτη και μήκη της έρμης της Γης πάντοτε

αμείβουνται αδρά;!» κι ενώ το γέλιο του ταράζει την ησυχία του δάσους,

στέκεται για λίγο σκεφτικός εδεκεί κι αφουγκράζεται ποιος να ξέρει ποιες

φωνές και μετά υψώνοντας τα χέρια απαγγέλλει με φωνή δυνατή στίχους

του μεγάλου φιλλέλληνα Λόρδου Μπάιρον:

…κι οι λαοί πώς ακόμα σωπαίνουν,

πώς ακόμα συχάζουν…

Ξάφνου στήνει αφτί κι αφουγκράζεται το κενό λέγοντας: «Άκου! Άκου, Νικολάκη μου! Οι Λαοί της Γης, ξεσηκώνουνται π’ άκουσαν την κραυγή

του μεγάλου φιλέλληνα ποιητή» και κλαίγοντας σαν μωρό παιδί:

Αναπαύου εν Ειρήνη, οδηγητή των λαών!

…κι έπειτα· «Άκου, άκου, Νικολάκη μου, απόμακρες φωνές! Έρχουνται, έρχουνται» ψελλίζει σβησμένα και καταρρέει…

…τον σέρνω αργά αργά στο κοντινό παγκάκι, τον στηρίζω πάνω μου παλεύοντας να τόνε ηρεμήσω. Αίφνης συγκλονισμένος ακούω φωνές πολλές που ζυγώνουν! Δυναμώνουν πιότερο! Γίνουνται στεντόρειες, εκκωφαντικές, κραυγές φωνάζοντας στ’ αφτιά του κόσμου:

Είμαστε όλοι Έλληνες!!

μια δυνατή κραυγή:

Είμαι και εγώ Έλληνας!!

πολλές κραυγές μαζί:

Δεν είμαστε αδέρφια της Ελλάδας,

είμαστε παιδιά της!!

…ο τρελο-Γιώργης για μια στιγμή συνέρχεται, γονατίζει φιλάει το χώμα,

ενώ απόκοσμος συνεχίζει ν’ απαγγέλλει:

…γιατί τούτοι που ζουν

έχουν κρύες καρδιές;!

*****

Βγάλε, ω γης δοξασμένη,

απ’ τα σπλάχνα σου ένα ιερό απομεινάρι

των παιδιών του Ευρώτα!

Ω Πατρίδα καημένη!

…από κειους τους Τρακόσους,

τρεις μονάχα ξεκύλα

για να κάμουν στον κόσμο

άλλη μια Θερμοπύλα!!

και καταρρέει πάλι!

Τσακισμένος και με σβησμένο ανασασμό τον ματασέρνω εδεκεί στο

ξύλινο παγκάκι κι εκεί καθισμένοι -δεν ξέρω για πόσο- πασχίζοντας να

τον συνεφέρω ακούω τις ραγισμένες φωνές μας να λέει η μία στην άλλη˙

— Νικολάκη μου…

η Πατρίδα μας δε θα χαθεί!!

— σύχασε!

σύχασε, αδερφέ μου Γιώργη!!

Όχι, όχι, δε θα χαθεί!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: